ἔκπεψις

ἔκπεψις, εως, ,
A cooking, baking, BGU1.17 (iii A.D.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκπεψις — ἔκπεψις, η (Α) 1. τέλεια ωρίμανση 2. ψήσιμο …   Dictionary of Greek

  • ἔκπεψις — cooking fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπεψιν — ἔκπεψις cooking fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέψεως — ἐκπέψεω̆ς , ἔκπεψις cooking fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπέψῃ — ἐκπέψηι , ἔκπεψις cooking fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.